ρώτημα

ρώτημα
το вопрос;

θέλει (καί) ρώτημα; — что за вопрос?;

§ δεν θέλει ρώτημα — всё ясно;

(γιά) να 'χουμε καλό ρώτημα ирон. — позвольте вас спросить, очень хотелось бы знать...


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ρώτημα" в других словарях:

  • ρώτημα — το, ατος το ερώτημα: Για να χουμε καλό ρώτημα, πού πας; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρώτημα — το, Ν βλ. ερώτημα …   Dictionary of Greek

  • ερώτημα — και ρώτημα, το (AM ἐρώτημα) [ερωτώ] απορία για διευκρίνηση, πρόβλημα για λύση («μακρότερος λόγος ἐδόθη τῆς πρὸς τὸ ἐρώτημα ἀποκρίσεως», Θουκ.) νεοελλ. 1. πρόταση που υποβάλλεται σε κάποια αρμόδια αρχή ή υπηρεσία και με την οποία ζητείται απάντηση …   Dictionary of Greek

  • ερώτημα — ερώτημα, το και ρώτημα, το, ατος 1. διατυπωμένη ερώτηση, ζήτημα προς λύση, απορία για διευκρίνιση: Περιμένουμε απάντηση στο ερώτημα. 2. πρόταση γραπτή που υποβάλλεται σε αρχή ή υπηρεσία και στην οποία αναμένεται απάντηση. 3. φρ., «Θέλει ρώτημα;» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»